Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Πέμπτη, 31 Μαρτίου 2011

Η ιστορία ενός νεαρού ταξιδευτή από το Βυζάντιο


Κωνσταντινούπολη. Ιούλιος 9Ο1 μ.Χ.
        
          Έχω φτάσει στην Πόλη εδώ  και  ένα χρόνο και ακόμα δεν έχω συνηθίσει την φασαρία του λιμανιού και τις φωνές των εμπόρων. Με λένε Κοσμά. Γεννήθηκα στην Κόρινθο από μια οικογένεια που ασχολείται με την σηροτροφία. Εκτρέφουμε μεταξοσκώληκες και παράγουμε το καλύτερο μετάξι,  έτσι λέει ο πατέρας μου. 
           Ο πατέρας μου είναι ο Πέτρος Ευγενικός και είναι αξιοσέβαστο μέλος της συντεχνίας . Πιστεύει ότι η δουλειά του είναι η μόνη δουλειά που αξίζει . Τα μεταξωτά της Κορίνθου, λέει ο πατέρας μου, είναι καλύτερα από αυτά της Θήβας ή της Πάτρας και πουλιούνται στην καλύτερη τιμή . Βέβαια, λέει  ότι το κέρδος είναι λίγο γιατί όλα  τα ελέγχει το κράτος, όμως είμαστε ασφαλείς και κανείς δεν μπορεί να εκμεταλλευτεί τον κόπο μας. Δουλεύει σκληρά μαζί με τα μικρά αδέλφια μου και τους δούλους και πιστεύει στο νόμο και πάνω απ’ όλα στο Θεό.

              Η δική μου δουλειά ήταν να μαζεύω φύλλα μουριάς αφού αυτά είναι το πιο απαραίτητο υλικό για να μαζεύουμε το μετάξι και να μπορούμε να το στέλνουμε σε όλο τον κόσμο.  Εγώ δεν συμφωνούσα  με τον πατέρα μου , ποτέ δεν μου άρεσε η δουλειά στο εργαστήριο και κάθε φορά που άκουγα να φτάνει ο φοροεισπράκτορας από την πόλη σκεφτόμουν ότι δεν θέλω να περάσω έτσι όλη την ζωή μου. Ο πατέρας μου  λέει ότι «η οκνηρία οδηγεί στο έγκλημα» (είναι λόγια  του Λέοντα Ίσαυρου από το βιβλίο του η Εκλογή), όμως εγώ δεν ήμουν τεμπέλης.   Εγώ ήθελα να γίνω ακρίτας. Αυτό το όνειρο είχα. Ξέρω ότι οι ακρίτες ζουν πολύ επικίνδυνα και δύσκολα. Θα έπρεπε να ζήσω μακριά στην περιοχή του Πόντου ή της Καππαδοκίας, κυνηγώντας τους Σαρακηνούς και να φυλάω τα σύνορα από τους κλέφτες . Όμως ο πατέρας μου δεν ήθελε ούτε να το ακούσει. Εγώ ήθελα περιπέτεια και δράση. Αγαπούσα το σπαθί μου  και το άλογο μου και δεν σκεπτόμουν  τίποτε άλλο. Τον  παρακαλούσα  κάθε μέρα και προσευχόμουν  στο Θεό, όπως με έχει μάθει η μάνα μου  η Θεανώ, για  να καταφέρω να φύγω από την Κόρινθο .
               Κι έτσι έγινε. Όταν το καράβι του θείου μου του Ανδρόνικου Ευγενικού έφτασε στο λιμάνι, για να πάρει την νέα παραγωγή μεταξιού, έτρεξα και τον παρακάλεσα να με πάρει μαζί του. Από τότε και πριν φτάσω στο λιμάνι της Κωνσταντινούπολης, ταξίδεψα στην Δύση και στην Ανατολή, βοηθώντας στη μεταφορά των εμπορευμάτων και πουλώντας σιτάρι, λάδι, μέλι ,κρασί και μετάξι.  Ο θείος μου είναι μεγάλος έμπορος και η ζωή μου κοντά του  είναι πολύ διαφορετική από αυτή που ήξερα στο σπίτι μου. Είδα όλα τα λιμάνια της Μεσογείου και παρά το τον φόβο των Σαρακηνών πειρατών, φτάσαμε πολλές φορές έως τον Εύξεινο Πόντο με  το φορτίο μας γεμάτο μπαχαρικά και βότανα ακόμα και χαλιά από την Περσία .  
              Καμιά φορά λέω στον θείο μου ότι ακόμα και τώρα θέλω να γίνω ακρίτας και γελάει . Μπορώ, λέει, να πολεμώ τους Σαρακηνούς από το πλοίο και να φροντίζω να φτάνουν στην Πόλη όλα τα αγαθά του κόσμου.  Όμως,  όπου και αν ταξιδεύουμε, όταν το καράβι μας φτάνει στην Πόλη, καταλαβαίνω γιατί είναι η πιο σημαντική, η πιο δυνατή πόλη στο κόσμο! Έχει τα πιο ψηλά τείχη και τέσσερα λιμάνια  για όλα τα εμπορικά πλοία.  Όταν περπατάω στην αγορά βλέπω ανθρώπους από την Ινδία να κουβαλούν παράξενα μπαχαρικά , Ρώσους που κατεβαίνουν από τον Δνείπερο κουβαλώντας γούνες και παστά ψάρια , Σλάβους που πουλούν κεχριμπάρι ξύλο και μέταλλα , μαγαζιά με υφάσματα από την Κίνα και ρύζι από την Ανατολή.   Η Πόλη, όμως, όταν βγαίνω από την φασαρία του λιμανιού και προχωρήσω μετά την μεγάλη αγορά, είναι η πιο όμορφη πόλη που έχω δει. Η εκκλησία της Αγίας Σοφίας φαίνεται τεράστια και μεγαλόπρεπη. Περνάω ώρες και θαυμάζω τα μνημεία στο περίβολο του ναού , χαζεύω τα παλάτια,  τα μνημεία και τα θέατρα και βέβαια κοιτάζω τους κατοίκους της πόλης.   Τώρα πια ο πληθυσμός έχει αυξηθεί πολύ. Χιλιάδες σπίτια απλώνονται γύρω - γύρω. Μαζί με τους Αρμένιους και τους κατοίκους από άλλες περιοχές όπως Αντιόχεια, Τραπεζούντα , Σμύρνη και  τους ξένους επισκέπτες η Πόλη δεν ησυχάζει ποτέ . Τα λουτρά , οι αποθήκες και τα παζάρια είναι πάντα γεμάτα. 
             Αυτή είναι η ζωή μου τώρα. Είμαι ο Κοσμάς Ευγενικός και είμαι δεκαέξι ετών. Θέλω ακόμα να γίνω ακρίτας, όμως, δεν παραπονιέμαι  που δεν έγινα γιατί μπορώ και ταξιδεύω στην πιο μεγάλη θάλασσα φτάνοντας στην άκρη του κόσμου . Είμαι πολίτης της πιο ισχυρής αυτοκρατορίας και ο Θεός με προστατεύει.

                                                                                                Παπέλης Δημήτρης
                                                                                                                                    Β 3
                                                                 11/1/2011
Πηγές :
-www.ehw.gr/ - Η εμπορική δραστηριότητα στην Κωνσταντινούπολη
-www. hellinon.net/Emporio.htm – Το εμπόριο τον καιρό της Ρωμηοσύνης
-www.agiasofia.com/ - Η οικονομική ζωή της Βυζαντινής αυτοκρατορίας
Βιβλίο « Η καθημερινή ζωή στο Βυζάντιο» του Ζεράρ Βαλτέρ

Δευτέρα, 28 Μαρτίου 2011

Η Χορωδία μας

Έχουμε γράψει κι άλλη φορά για την πολύ καλή χορωδία μας. Ακούστε κι αυτό.  Απόσπασμα από τον " Ύμνο εις την Ελευθερίαν" από τον εορτασμό της 25ης Μαρτίου στο σχολείο.

Παρασκευή, 25 Μαρτίου 2011

Πέμπτη, 17 Μαρτίου 2011

Στη Βενετία και στο βυθό της θάλασσας αυτό το παραμύθι


ΒΑΣΙΛΗΣ Ο ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΤΗΣ  ΜΟΥΣΙΚΗΣ
Σταμούλης  Νούτσος Β΄1
Ήταν κάποτε ένας μουσικός που λεγόταν Βασίλειος και καθημερινά τραγούδαγε με την άρπα του, εντυπωσιάζοντας όλες τις αρχοντοπούλες με το ταλέντο του και την ομορφιά του. Όμως ήταν πολύ δύσκολο να παντρευτεί μια από αυτές, καθώς αυτός ήταν φτωχός και αυτές πλούσιες. Έτσι καθημερινά περπάταγε στη πόλη του τη Βενετία και ορκιζόταν πως δεν υπήρχε πιο όμορφη πόλη από τη δικιά του σε ολόκληρο τον κόσμο.
Μια μέρα πλησίασε τη θάλασσα και παίζοντας γλυκά με την άρπα του, ρώτησε τη θάλασσα << Γιατί να μην είσαι γυναίκα να σε παντρευτώ, να ζήσω μαζί σου κοντά στην πόλη που αγαπώ ;>>. Τότε η θάλασσα φούσκωσε και τα κύματα μεγάλωσαν, ενώ ο αέρας φυσούσε με ορμή. Έτσι εμφανίστηκε από τα βάθη της θάλασσας ο βασιλιάς της θάλασσας. Ψηλός, θεόρατος, γεμάτος φύκια και καβούρια.
Του αποκρίθηκε ο βασιλιάς << Πολύ ωραία η μουσική που παίζεις και γι’ αυτό πρέπει να ανταμειφτείς αμέσως>>. Και ξαφνικά βγαίνει ένα ψάρι στο έδαφος και  το χρύσωσε κυριολεκτικά στη στιγμή.
<<Είμαι ο βασιλιάς της θάλασσας και θα ήθελα να με επισκεφτείς στο παλάτι μου>>. <<Και πού είναι το παλάτι σου βασιλιά μου;>>, αποκρίθηκε ο Βασίλειος.
<<Μα φυσικά στα βάθη της θάλασσας , που αλλού;>>, απάντησε χαμογελώντας ο βασιλιάς. << Και πώς θα φτάσω στα βάθη της θάλασσας;>>, ρώτησε ο Βασίλης. <<Θα βρεις τον τρόπο>>, και ξαφνικά εξαφανίστηκε.
Έτσι πήγε και πούλησε το χρυσό ψάρι και αγόρασε ένα καράβι τρικάταρτο, ξεκινώντας την αναζήτηση του παλατιού. Όμως τριγυρνώντας με το καράβι στη θάλασσα δεν έβλεπε πουθενά το παλάτι. Ξάφνου άρχισε να φυσάει αέρας, φουσκώσαν τα πανιά όμως κάτι τους κρατούσε στο ίδιο σημείο, δίχως να κουνιούνται πόντο.
Άλλοι φοβισμένοι είχαν πέσει στα γόνατα και προσευχόντουσαν και άλλοι καθόντουσαν σαστισμένοι. Αμέσως ο Βασίλης κατάλαβε σε τι οφειλόταν αυτό το φαινόμενο, και βούτηξε δίχως δεύτερη σκέψη στη θάλασσα. Βούλιαζε σιγά σιγά διακρίνοντας στα πόδια κάτι αλλόκοτα κτίρια.
Στο τέλος πάτησε τον πάτο και είδε τον βασιλιά καθισμένο και από δίπλα του τη βασίλισσα. Γύρω γύρω περιφέρονταν όμορφες κοπέλες και χόρευαν μαγικά.
<< Καλώς ήρθες στο παλάτι μου>>, <<Τώρα αμέσως διάλεξε μια από τις κόρες μου για να την παντρευτείς και να μείνεις εδώ για πάντα , κορίτσια κοπιάστε>>.
Ο Βασίλης έμεινε έκπληκτος  καθώς η μία ήταν πιο όμορφη από την άλλη. Όμως τον στεναχώρησε το γεγονός πως δεν θα ξαναέβλεπε την όμορφή του πόλη. << Τι έπαθες; Δεν μπορείς να διαλέξεις. Θα σου πω εγώ ποια να πάρεις, τη Ίριδα >>. Εμφανίστηκε μία πεντάμορφη γοργόνα με γαλάζια μάτια.
<<Εάν την παντρευτείς , θα μείνεις εδώ για πάντα , αλλά μετά αυτά. Παίξε μας μουσική τώρα.>>. Και ο Βασίλειος ξεκίνησε, ενώ ο βασιλιάς άρχισε να χορεύει δίχως να σταματάει. <<Σταμάτα να παίζεις>> φώναξε η βασίλισσα. Τότε τράβηξε μια χορδή δυνατά και την έσπασε. << Ωωω, βασιλιά μου έσπασε  η χορδή>>.
<<Δεν πειράζει αν και μπορούσα να χορεύω ολόκληρη μέρα>>.
Μερικές μέρες μετά ο Βασίλης κοίταζε ψηλά στον ουρανό νοσταλγώντας  την πατρίδα του. Τον είδε η Ίριδα και τον λυπήθηκε. Με μία μαγική κίνηση τον έστειλε επιτέλους πάνω στην παραλία.
Ο Βασίλης στη συνέχεια της ζωής του με τα υπόλοιπα λεφτά που είχε, αγόρασε ένα μεγαλύτερο καράβι και έγινε έμπορος οικιακών συσκευών! Παντρεύτηκε και κέρδισε πολλά λεφτά.
Που και που πηγαίνει στην παραλία και παίζει γλυκά με την άρπα του και μερικές φορές θαρρείς πως διακρίνει το κεφάλι της Ίριδας, αλλά ίσως να είναι το φεγγαρόφωτο!!


Πέμπτη, 10 Μαρτίου 2011

Υπάρχει κι αυτή η εκδοχή


                              Η ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΙΟΥΣΤΙΝΙΑΝΟΥ
    Μια φορά και  πριν πολύ καιρό στο Βυζάντιο ήταν  αυτοκράτορας ο Ιουστινιανός, βασικά η γυναίκα του η Θεοδώρα έκανε κουμάντο και  εκείνος απλά έκανε ό,τι του έλεγε. Τέλος πάντων για να μην σας τα πολυλογώ ο αυτοκράτορας δεν ήταν πολύ δημοφιλής και στα γκάλοπ για τις επόμενες εκλογές έβγαινε τελευταίος.
   Έτσι κάθισε με την γυναίκα του και προβληματίστηκαν για το τι πρέπει να κάνουν για να γίνει ο Ιουστινιανός πιο δημοφιλής.
   Εκείνος πρότεινε να κάνουν εκδήλωση στην παραλία με δωρεάν φαγητό και ποτό, αλλά αυτή η ιδέα δεν άρεσε στην Θεοδώρα. Ένα βράδυ είδε στον ύπνο της ένα όραμα που πίστευε ότι της το είχε στείλει ο Θεός, να φτιάξει μια εκκλησία που όμοιά της στον κόσμο δεν θα υπήρχε. Το επόμενο πρωί το είπε στον άντρα της, αυτός συμφώνησε (άλλωστε δεν θα μπορούσε να κάνει αλλιώς), και ξεκίνησαν να ψάχνουν για τους καλύτερους εργάτες σε ολόκληρη την αυτοκρατορία. Μετά από δύο εβδομάδες ψαξίματος βρήκαν επιτέλους δύο πολύ καλούς εργάτες, τον Ανθέμιο και τον Ισίδωρο. Έτσι οι εργάτες έβαλαν μπροστά το χτίσιμο της εκκλησίας και ο Ιουστινιανός άρχισε να διαφημίζει το έργο του. Μετά από ένα μήνα, και λίγες ημέρες πριν τις εκλογές, η «εντυπωσιακή» εκκλησία ήταν έτοιμη, και η Θεοδώρα μαζί με τον Ιουστινιανό είχαν πετύχει το στόχο τους. Ο Ιουστινιανός ήταν πια πρώτος στα γκάλοπ.
   Την ημέρα των εκλογών ήταν όλοι πολύ αγχωμένοι, αλλά άξιζε τον κόπο γιατί ο Ιουστινιανός έγινε και πάλι αυτοκράτορας!


Αύρα-Ελένη Ανδρειώτη
Ράνια Αλεξίου
Β2!

Δευτέρα, 7 Μαρτίου 2011

Κάνει κρύο!!!

Σε καιρούς βυζαντινούς κι αυτή η ιστορία

Μαυράκης Μιχάλης Β΄3

Αρκετά χρόνια μετά την μεταφορά της πρωτεύουσας από την Ρώμη στη Νέα Ρώμη, ο Μιχαήλ τα πήγαινε πολύ καλά με τη βασιλεία του αφού ήταν άξιος ηγέτης, έξυπνος και κυρίως αγαπητός απ΄ όλο το βασίλειο.
 Είχε δώσει τα πάντα για το κράτος του, ρισκάροντας πολλές φορές ακόμη και την ίδια του τη ζωή. Ήταν αποδεχτός από το λαό του, γι αυτό και δεν υπήρχαν κατά την δια κυβέρνησή του εντάσεις και ξεσηκωμοί .Νικούσε συνέχεια όλα τα εχθρικά κράτη.
Όμως σε μία κρίσιμη και δύσκολη μάχη, ο Μιχαήλ χτυπήθηκε στο κεφάλι. Το χτύπημα αυτό δεν ήταν πολύ σοβαρό, αλλά του προκάλεσε αμνησία. Δεν θυμόταν ποιος ήταν, πού ήταν και δεν ήξερε τι πρέπει να κάνει. Όλοι οι αξιωματικοί του προσπαθούσαν να βοηθήσουν να επανέλθει η μνήμη του, όμως μάταιος κόπος. Όλοι είχαν πανικοβληθεί, καθώς δεν υπήρχε αντικαταστάτης του κι έτσι το κράτος έμενε ακυβέρνητο, απειλούμενο από κάθε εχθρό. Γι αυτό έπρεπε η όλη κατάσταση να μείνει μυστική.
Δυστυχώς όμως το μυστικό διάρρευσε και όταν οι εχθροί το έμαθαν κατέστρωσαν σχέδιο εξόντωσης. Ενώθηκαν και ξεκίνησαν γρήγορη και μεγάλη επίθεση, αυτή την ώρα που το Βυζάντιο αντιμετώπιζε πρόβλημα. Πολιορκούσαν μέρες την αυτοκρατορία, λεηλατώντας και καίγοντας τα πάντα στο πέρασμά τους.
Στο παλάτι ο βασιλιάς Μιχαήλ δεν καταλάβαινε τίποτα σαν να ζούσε σε άλλο κόσμο κι ας κόντευαν οι εχθροί να φτάσουν μέχρι εκεί. Όμως μία μέρα, για καλή τύχη όλων, λίγο πριν την καταστροφή, ο Μιχαήλ σκοντάφτει, πέφτει κάτω και χτυπάει το κεφάλι του σε μία γωνία.
Αυτό ήταν, άρχισε να θυμάται .Γρήγορα γρήγορα του εξήγησαν την άσχημη κατάσταση που επικρατούσε κι εκείνος άρχισε να σκέφτεται τρόπους ν΄ αποτρέψει το κακό που είχε βρει το κράτος του. Ήταν τόσο ικανός και τολμηρός που έστω και την τελευταία στιγμή τα κατάφερε. Δίνοντας μαζί με τους στρατιώτες του, αλλά και με το λαό του, μάχη σώμα με σώμα  με τον εχθρό, κατόρθωσαν το ακατόρθωτο. Τους έδιωξαν έξω από τα τείχη, δίνοντας σε όλους το μήνυμα πως η πολιορκία της Βυζαντινής αυτοκρατορίας δεν είναι εύκολη υπόθεση.

Τετάρτη, 2 Μαρτίου 2011

Βυζαντινό παραμύθι

Διαβάστε κι αυτό


Β1΄ - Βασιλεία Κοκάλα-Δημητροπούλου 

Μάθημα: Ιστορία

·         Γράφω ένα παραμύθι εμπνευσμένο από καιρούς Βυζαντινούς

Ήταν γύρω στα 695 μ.Χ. , όταν ένας Βυζαντινός στρατιώτης, Λέοντας στο όνομα, έκοβε βόλτες σ΄ ένα δασάκι στα μέρη της βασιλεύουσας, όταν ξάφνου βλέπει μπροστά του έναν τυφλό άνθρωπο να του ζητάει λίγο νερό για να σβήσει τη δίψα του. Ο Λέοντας προθυμοποιήθηκε να του βρει και να του φέρει νερό. Έψαξε λοιπόν στο δάσος αλλά μάταια και έτσι, επέστρεψε λυπημένος.
Τότε άκουσε μια γυναικεία φωνή να του λέει : «Ου χρεών σε, Λέων, αγωνιάν το γαρ ύδωρ εγγύς» , δηλαδή, «Δε χρειάζεται Λέων να αγωνιάς, να στεναχωριέσαι , να άγχεσαι γιατί το νερό είναι δίπλα σου». Τότε ο στρατιώτης ψάχνει τριγύρω και το μόνο που καταφέρνει να βρει είναι μια μισοκατεστραμμένη εικόνα της Παναγίας που έκρυβε το άνοιγμα ενός πηγαδιού. Και πάλι ακούει την άγνωστη φωνή να τον προστάζει : «Λέων βασιλιά, πάρε από το νερό αυτό και δώσε να πιεί να ξεδιψάσει ο τυφλός άνθρωπος και κάτι ακόμα, άλειψε με αυτό τα μάτια του και αμέσως θα καταλάβεις ποια είμαι εγώ που σου μιλώ».
Πραγματικά έτσι έπραξε ο Λέοντας και αμέσως ο τυφλός ανάβλεψε. Αλλά ταυτόχρονα άνοιξαν τα μάτια του Λέοντα, που αμέσως κατάλαβε πως εκείνη η φωνή που του μιλούσε ήταν η εικόνα και πως σε Εκείνη οφειλόταν το θαύμα της θεράπευσης του τυφλού, το θαύμα της εύρεσης της πηγής του σωτήριου αυτού νερού. Αλλά θαύμα ήταν και η επαλήθευση της προσφώνησης του Λέοντα, από την Παναγία, ως βασιλιά, γιατί ο Λέοντας ανέβηκε στο θρόνο της Βυζαντινής αυτοκρατορίας και έγινε φημισμένος αυτοκράτορας. Κράτησε την εικόνα της Παναγιάς έχτισε έναν μεγαλόπρεπο ναό προς τιμή της, πάνω στο πηγάδι, το ναό της Παναγιάς των Νερών και την τοποθέτησε εκεί σε περίοπτη θέση μέσα σε ολόχρυσο εικονοστάσι.
Στο πέρασμα των χρόνων στη θαυματουργή πηγή αυτού του ναού βρήκαν γιατρειά αυτοκράτορες, αυτοκρατόρισσες, πατριάρχες, αλλά και πλήθος άρχοντες και απλοί άνθρωποι.
Η Παναγιά των Νερών τους γιάτρευε όλους χωρίς διάκριση και τους πολέμιους και τους υπερασπιστές της.

ΤΕΛΟΣ